Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Αύξηση της καλλιέργειας παραδοσιακών ποικιλιών

Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Η οικονομική ύφεση ων αγροτών, έχει στρέψει πολλούς από αυτούς στην καλλιέργεια παραδοσιακών σπόρων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, την τελευταία διετία η ζήτηση ελληνικών σπόρων αυξήθηκε κατά 50% στους ερασιτέχνες αγρότες και κατά 15%-20% στους μικρούς παραγωγούς καθώς το κόστος τους είναι πολύ μικρότερο, όπως και οι ανάγκες για λίπανση και φυτοπροστασία. Σήμερα η έκταση που καλλιεργείται από ερασιτέχνες γεωργούς (σε κηπάκια και μικρά κτήματα) υπολογίζεται σε 200.000 στρέμματα.

Οι  εταιρείες παραγωγής σπόρων προκειμένου να επωφεληθούν την ετήσια αξία  πολλαπλασιαστικού υλικού, η οποία ανέρχεται στην Ελλάδα σε 35 με 37 εκατομμύρια ευρώ, δημιούργησαν με βάση το γενετικό υλικό των παραδοσιακών Ελληνικών ποικιλιών, τα νέα τους προϊόντα τα οποία συχνά απαιτούν χρήση φυτοφαρμάκων τα οποία παράγουν οι ίδιες εταιρείες. Έτσι για δεκαετίες, διάφορα λαχανικά «τύπου», όπως μελιτζάνα «τύπου Λαγκαδά», ή «τύπου Τσακώνικης», φασολάκι «τύπου Ζαργάνας», πιπεριά «τύπου Φλωρίνης» είχαν καταφέρει, στα χέρια μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, να εκτοπίσουν από τα ελληνικά χωράφια τις ελληνικές παραδοσιακές ποικιλίες.

Η στροφή αγροτών και ερασιτεχνών γεωργών στην καλλιέργεια παραδοσιακών ποικιλιών οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. «Αφενός είναι πολύ πιο φθηνές. Αφετέρου, ένα εισαγόμενο υβρίδιο για να παράγει πρέπει να έχει και την κατάλληλη φροντίδα. Είναι σαν έναν αθλητή. Για να φτάσει στη μέγιστη απόδοση πρέπει να ντοπαριστεί. Τα φυτά αυτά πρέπει να τα ταΐσεις κατάλληλα, με τις πιο ακριβές και εξειδικευμένες ουσίες. Τα πολύ παραγωγικά υβρίδια θέλουν ακριβά λιπάσματα και φυτοφάρμακα» σημειώνει ο γεωπόνος και διαχειριστής της «Σπόροι - Αθηνά Βελισσαρίδη ΑΕ» κ. Ακης Βελισσαρίδης. «Οι παραδοσιακές ποικιλίες είναι πολύ πιο φθηνές. Το κόστος αγοράς για ελληνική ποικιλία πιπεριάς πάει με το κιλό ενώ τα εισαγόμενα υβρίδια φτάνουν να πωλούνται με το κομμάτι. Ο σπόρος στα εισαγόμενα μπορεί να πωλείται 3 ακόμη και 7 λεπτά ενώ ένα κιλό ελληνικού σπόρου κοστίζει 200 ευρώ το κιλό και περιέχει 100.000 σπόρους». Έτσι η τιμή του πολλαπλασιαστικού υλικού (σπόρου) των παραδοσιακών ποικιλιών είναι 20 - 30 φορές μικρότερη από την τιμή των υβριδίων και οι παραγωγοί μπορούν να παράγουν και μόνοι τους τον σπόρο για την επόμενη χρονιά.

Όπως επισημαίνει ο κ. Μπλέτσος «είναι μύθος ότι οι παραδοσιακές ποικιλίες δίνουν μικρότερη παραγωγή», γεγονός που αποδεικνύεται από ορισμένες ποικιλίες που κυριαρχούν στην αγορά, όπως οι μελιτζάνες «Λαγκαδά» και «Τσακώνικη», η μπάμια «Πυλαίας», τα φασολάκια «Ζαργάνα» και «Μπαρμπούνια», οι πιπεριές «Π13», «Π14», «Φλωρίνης» και «Σταυρός» και «Μυτερό» (κατάλληλες για τουρσί), τα χειμωνιάτικα πεπόνια «Θρακιώτικο» και «Αμυνταίου» κλπ.

Επίσης σε αντίθεση με τα προϊόντα των νέων υβριδίων που προκαλούν το μάτι του καταναλωτή γιατί είναι ομοιόμορφα, αλλά δεν ικανοποιούν τη γεύση τα προϊόντα των παραδοσιακών ποικιλιών είναι ποιοτικότερα (σε χρώμα, γεύση και άρωμα) και συνδεδεμένα με την πολιτιστική κληρονομιά των περιοχών όπως: μελιτζάνα «Λαγκαδά», πεπόνι «Θρακιώτικο», μπάμια «Πυλαίας» και «Μπογιατίου», ντομάτα «Μακεδονία» και «Σαντορίνης», φασολάκι «Ζαργάνα Χρυσούπολης», πιπεριά «Φλωρίνης», καρότο «Νέας Μαγνησίας», κολοκυθάκι και σαλάτα «Βασιλικών» κ.κλπ. Η φάβα Σαντορίνης καλλιεργείται στο νησί από το 1500 π.Χ., όπως μαρτυρούν αρχαιολογικά ευρήματα. «Για παράδειγμα, οι ντομάτες που βρίσκουμε στην αγορά είναι σκληρές, έχουν ομοιόμορφο σχήμα, αλλά κομμένες στο πιάτο (σαλάτα) δεν διαφέρουν από ένα κόκκινο μήλο. Αντίθετα οι ντομάτες των παραδοσιακών ποικιλιών είναι μαλακές και ελευθερώνουν στο πιάτο (σαλάτα) τον πλακούντα (το ζελέ) ο οποίος ανακατεύεται με το λάδι και σχηματίζει εύγευστο ρόφημα» εξηγεί ο κ. Μπλέτσος. Παράλληλα, επισημαίνει ο ίδιος η καλλιέργειά τους δεν ρυπαίνει το έδαφος και τα ύδατα, καθώς η καλλιέργειά τους είναι εκτατικής μορφής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου